Θα μπορούσες να μου κρατάς το χέρι
στο πιο πηκτό σκοτάδι ;
Έλα, σίμωσε κοντά μου και ας μη διακρίνεται το πρόσωπό μου,
το σκοτάδι ας καλύπτει τα μάτια μου …
Μπορείς να μ’ αγγίξεις …
δεν θ’ αναριγήσω, στο υπόσχομαι,
και ας πατώ ξυπόλητη σε χιλιάδες κοκάλα
αιώνων που περνάνε φυσώντας τα παραθυρόφυλλα
τούτου του μοναστηριού …
Εδώ ήρθα, πάει στ’ αλήθεια πολύ καιρός, το ξέρω …
Τα χέρια μου γερασμένα χώνονται στα σπλάχνα της σιωπής,
αναζητάνε τα δικά σου …
Έτσι ήταν πάντοτε θαρρώ …
Ακόμη κι όταν τα έχωνα στην καυτή την αμμουδιά
τα καλοκαίρια,
ήταν για να γευτώ τη ζεστασιά των δικών σου χεριών,
και ας μην σ’ είχα ακόμα γνωρίσει.
Έτσι με θυμάμαι πάντοτε θαρρώ …
Να διψώ για σένα
και το νερό να μη με ξεδιψά …
να μη με σώνει …
Αχ! Η ψυχή μου είχε ήδη σωθεί
τη μέρα που γεννιόσουνα …
Εδώ ήρθα, για να ξαποστάσω,
βαριά η πόλη πάνω μου …
Με τις σκιές να παλεύεις τί ωφελεί !
Γι’ αυτό και εγώ τις έκανα φίλες μου
και παίζαμε θέατρο τις νυχτιές στους τοίχους.
Αλίμονο !
Το σκοτάδι συνήθισα και το φως
μου φαινόταν αφιλόξενο …
μακρινό …
άχρωμο …
Κορίτσι των σκοτεινών δασών … δασών … σών … σών …
θυμάμαι τη φωνή σου που αντανακλούσε
στα παλιά σανίδια του μοναστηριού …
Έχει αλλάξει από τότε, στο είπα ;
Τα παντζούρια δε στάζουν πια γκριζωπές προσευχές,
μήτε μελαγχολικές μελωδίες.
Μυρίζουν άγιο βασιλικό, ωσάν τις βυζαντινές εικόνες
πίσω από καντηλάκια …
Έλα κοντά μου και ας μη φαίνεται αν σου χαμογελώ
ή αν σου δακρύζω …
Η νοσταλγία δεν αποτυπώνεται πουθενά,
σταλάζει νωχελικά σε μια άκρια της ψυχής
ωσάν λαδάκι ευλογημένο,
ωσάν κοινωνία με το Θεό,
μυστική, ολότελη,
Και έπειτα μας αναγεννάει,
ωσάν ενανθρώπηση,
ωσάν ανάσταση …
Θα μπορούσες να μου κρατάς το χέρι
στην πιο πηκτή φωτοχυσία ;
Γι’ αυτό ήρθα εδώ, σου το είπα ;
Το φόρεμα να ενδυθώ, το ολόχρυσο,
εκείνο που σε κάνει να μοιάζεις μ’ άγγελο ταπεινό…
Σάββατο 28 Αυγούστου 2010
Δευτέρα 23 Αυγούστου 2010
Back up
Οι επιστήμονες αποφάνθηκαν με σοβαρότητα,
θα υπάρξουν και ηλιοβασιλέματα –ιοί– που θα σημαίνουν το τέλος.
Και το ‘λεγα! Δεν το ‘λεγα;
Μαζέψτε χαμόγελα πρωινά
και νυχτερινές ανάσες.
Αποθησαυρίστε μεσημεριανά χασμουρητά
κι αγκαλιές απογευματινές
κυρίως αγκαλιές.
Να ‘χετε να θυμάστε όταν ηλιοβασιλέματα χωρισμού
θα ξημερώνουν μοναξιά
και σβήσιμο αποθηκευμένων
στιγμών.
Πάρτε Back up
μπας και επαναφέρετε
τα χτυπημένα παρελθόντα προγράμματα
της σχέσης σας!
θα υπάρξουν και ηλιοβασιλέματα –ιοί– που θα σημαίνουν το τέλος.
Και το ‘λεγα! Δεν το ‘λεγα;
Μαζέψτε χαμόγελα πρωινά
και νυχτερινές ανάσες.
Αποθησαυρίστε μεσημεριανά χασμουρητά
κι αγκαλιές απογευματινές
κυρίως αγκαλιές.
Να ‘χετε να θυμάστε όταν ηλιοβασιλέματα χωρισμού
θα ξημερώνουν μοναξιά
και σβήσιμο αποθηκευμένων
στιγμών.
Πάρτε Back up
μπας και επαναφέρετε
τα χτυπημένα παρελθόντα προγράμματα
της σχέσης σας!
Σάββατο 21 Αυγούστου 2010
Ερωτικά Σακατέματα
και άντε τώρα να χωρέσουν φωνήεντα και σύμφωνα μαζί
σ’έναν τρεμάμενο στεναγμό!
Σαν κοχύλι απλώθηκες
στης εμπύρετης σου ηδονής το σθένος
και δαγκώθηκες στο ύστατο φωνήεν
της ξαναμμένης σου ανάσας.
Φαλλός πανάρχαιου χρησμού,
αιδοίο πυθιακής αμφιλαφίας.
Απλώθηκα σε...
Σαν άστρο σελάγησες
στου πρώτου σου οργασμού το τίναγμα
και έσβησες στο τελευταίο σύμφωνο
του ανακουφιστικού σου στεναγμού.
Αφουγκράστηκα σε…
Επισκέπτης αιρετικής σαλότητας,
ιερόδουλη σαρκικής ευσπλαχνίας.
Τετέλεσται η σκηνή.
Κορμιά πεταγμένα σαν βότσαλα στην άκρια της ακτής.
Πόθοι αφυδατωμένοι, σπόγγοι κούφιοι στην ακτή της άκριας.
Εκεί που ανθρώπου μάτι και πρόνοια Θεού
αγκομαχεί να καταφτάσει.
Αγιάζει όμως… αγιάζει…
σ’έναν τρεμάμενο στεναγμό!
Σαν κοχύλι απλώθηκες
στης εμπύρετης σου ηδονής το σθένος
και δαγκώθηκες στο ύστατο φωνήεν
της ξαναμμένης σου ανάσας.
Φαλλός πανάρχαιου χρησμού,
αιδοίο πυθιακής αμφιλαφίας.
Απλώθηκα σε...
Σαν άστρο σελάγησες
στου πρώτου σου οργασμού το τίναγμα
και έσβησες στο τελευταίο σύμφωνο
του ανακουφιστικού σου στεναγμού.
Αφουγκράστηκα σε…
Επισκέπτης αιρετικής σαλότητας,
ιερόδουλη σαρκικής ευσπλαχνίας.
Τετέλεσται η σκηνή.
Κορμιά πεταγμένα σαν βότσαλα στην άκρια της ακτής.
Πόθοι αφυδατωμένοι, σπόγγοι κούφιοι στην ακτή της άκριας.
Εκεί που ανθρώπου μάτι και πρόνοια Θεού
αγκομαχεί να καταφτάσει.
Αγιάζει όμως… αγιάζει…
Παρασκευή 6 Αυγούστου 2010
Αγαλματάκια αγαλματάκια μέρα ή νύχτα;
«Αγαλματάκια αγαλματάκια μέρα η νύχτα ;
Αγαλματάκια αγαλματάκια μέρα ή νύχτα ;»
Μ’από όλα περισσότερο χαμογελώ με τα παιδιά
σαν από αλλού φερμένα,
- από τη χώρα της λησμονημένης αθωότητας προφανώς –
προσπαθούν ν’αγγίξουν τη ψυχή μου,
αδιαφορώντας παντελώς για το κορμί μου
λες και ξέρουν αυτά πως στα παιδικά παιχνίδια
σημασία έχει να μην πληγώσεις του άλλου
την αξιοπρέπεια.
Γι’αυτό και εγώ
ενώ σαφώς και μπορώ να κουνήσω
χέρια και πόδια
κάνω τον ακίνητο,
τον ακούνητο,
τον αμίλητο.
«Κούρος» γράφει
η ετικέτα μου στις επίσημες
εμφανίσεις μου.
Οι φίλοι όμως με φωνάζουν
Αγαλματάκι ακούνητο
μέρα και νύχτα.
Αγαλματάκια αγαλματάκια μέρα ή νύχτα ;»
Μ’από όλα περισσότερο χαμογελώ με τα παιδιά
σαν από αλλού φερμένα,
- από τη χώρα της λησμονημένης αθωότητας προφανώς –
προσπαθούν ν’αγγίξουν τη ψυχή μου,
αδιαφορώντας παντελώς για το κορμί μου
λες και ξέρουν αυτά πως στα παιδικά παιχνίδια
σημασία έχει να μην πληγώσεις του άλλου
την αξιοπρέπεια.
Γι’αυτό και εγώ
ενώ σαφώς και μπορώ να κουνήσω
χέρια και πόδια
κάνω τον ακίνητο,
τον ακούνητο,
τον αμίλητο.
«Κούρος» γράφει
η ετικέτα μου στις επίσημες
εμφανίσεις μου.
Οι φίλοι όμως με φωνάζουν
Αγαλματάκι ακούνητο
μέρα και νύχτα.
Κυριακή 1 Αυγούστου 2010
Αποξηραμένος Αύγουστος
Ήρθες πάλι λοιπόν...
πιστός στο ραντεβού σου,
ούτε στιγμή καθυστέρησης.
-μια σταλίτσα ελέους για τους αργοπορημένους εραστές...-
Με τα ερωτικά ζαβώματα στις νύχτες σου
με το φεγγάρι σου να αποτελειώνει ό,τι δεν άρχισε ποτέ...
Δεν είναι που φαίνεται μεγαλύτερο,
-πάντοτε σε ξεγελούσε η απόσταση-
είναι που φυραίνει ο ουρανός ν'ακούσει τα αγκομαχητά του καλοκαιριού
που αργοπεθαίνει αιμόφυρτο ηδονής
στα βότσαλα,
εκείνα του διάφανου μπολ
στο τραπεζάκι του σαλονιού μας.
Καλώς ήρθες Άυγουστε.
Μην με ψάξεις όμως!
μάγκωσα βλέπεις την φλέβα μου
στις ηλιοκαμένες αρτηρίες του Ιουλίου μου...
…και από όλες τις αναμνήσεις μου
ένα επιλεγμένα αρωματικό
pot pourri μου κράτησα, δίπλα στα βότσαλα
του αποξηρωμένου οργασμού σου...
Θεσσαλονίκη 1η Αυγούστου 2010
πιστός στο ραντεβού σου,
ούτε στιγμή καθυστέρησης.
-μια σταλίτσα ελέους για τους αργοπορημένους εραστές...-
Με τα ερωτικά ζαβώματα στις νύχτες σου
με το φεγγάρι σου να αποτελειώνει ό,τι δεν άρχισε ποτέ...
Δεν είναι που φαίνεται μεγαλύτερο,
-πάντοτε σε ξεγελούσε η απόσταση-
είναι που φυραίνει ο ουρανός ν'ακούσει τα αγκομαχητά του καλοκαιριού
που αργοπεθαίνει αιμόφυρτο ηδονής
στα βότσαλα,
εκείνα του διάφανου μπολ
στο τραπεζάκι του σαλονιού μας.
Καλώς ήρθες Άυγουστε.
Μην με ψάξεις όμως!
μάγκωσα βλέπεις την φλέβα μου
στις ηλιοκαμένες αρτηρίες του Ιουλίου μου...
…και από όλες τις αναμνήσεις μου
ένα επιλεγμένα αρωματικό
pot pourri μου κράτησα, δίπλα στα βότσαλα
του αποξηρωμένου οργασμού σου...
Θεσσαλονίκη 1η Αυγούστου 2010
Σάββατο 31 Ιουλίου 2010
Πατερούλη
Τα παιδικά μου χρόνια θα τρυγήσω
να κάμω κρασί, να πιω
και να μεθύσω από τη νοσταλγία...
Κάθε που στάζει δάκρυα το ταβάνι
ξέρω πως είναι δικά σου,
πατερούλη
ακόμη τριγυρνάς γύρω
απ’ το κρεβάτι μου
να με σκεπάσεις
κι ας έχω γεράσει
ξαπλωμένη στο πάτωμα
με τα χέρια μετέωρα
στις ταλαντεύσεις του χρόνου.
Παρασκευή 16 Ιουλίου 2010
Γλυκές Κληρονομιές
Κράταγα το σεληνόφως στο δεξί βλέφαρο και κάθε που έκλεινα τα μάτια για να κοιμηθώ, ανάλαφρος που μου φαινόταν τότε ο κόσμος!
Πόσο βάρυνε απόψι ο ουρανός, αμέτρητα αστέρια σελαγίζουν τεμπέλικα σέρνοντας τις ουρές τους να μπλέκονται στα σκοτεινά σοκάκια της πόλης.
Έχωσα το κεφάλι στο έρεβος των αναμνήσεων και τέφρα μου θόλωσε το βλέμμα ν’ ακραγγίζω δίχως υφή, μόνο μ’ ατέρμονη αγωνία να ενοφθαλμιώ σκιερές απομυζήσεις, αλλοτινές…
που μπορεί και να μην υπήρξαν.
Τόσο κάλλος η πλησμονή, να είναι πάντα τέτοια, έτσι να υφίσταται, να λιώνει σαν κεράκι που καταπίνει ο ήλιος να φωτίζει καλύτερα. Με τούτο το φως, το γλαυκό θαρρώ πιο νύχτα γίνεται απόψι κι η λάμπα του πετρελαίου δάνεισε στη μέρα λίγες από τις ανταύγειες στον τοίχο.
Κοιτώντας τις σκιές στον τοίχο θ’ αποκοιμηθώ και πάλι γιατί σαν να νιώθω ρίγος και θέλω να γεμίσει η ψυχή μου φωνές, τόση σιωπή την βαρέθηκα, με κούρασε όσο ποτέ…
Εντάξει λοιπόν θα σου πω την αμαρτία μου μα μην την πεις στη μαμά
μπορεί να μην τ’ αντέξει.
Εγώ έτρωγα το γλυκό κεράσι από το βάζο,
αποθήκευα βλέπεις γλυκές κληρονομιές.
Πόσο βάρυνε απόψι ο ουρανός, αμέτρητα αστέρια σελαγίζουν τεμπέλικα σέρνοντας τις ουρές τους να μπλέκονται στα σκοτεινά σοκάκια της πόλης.
Έχωσα το κεφάλι στο έρεβος των αναμνήσεων και τέφρα μου θόλωσε το βλέμμα ν’ ακραγγίζω δίχως υφή, μόνο μ’ ατέρμονη αγωνία να ενοφθαλμιώ σκιερές απομυζήσεις, αλλοτινές…
που μπορεί και να μην υπήρξαν.
Τόσο κάλλος η πλησμονή, να είναι πάντα τέτοια, έτσι να υφίσταται, να λιώνει σαν κεράκι που καταπίνει ο ήλιος να φωτίζει καλύτερα. Με τούτο το φως, το γλαυκό θαρρώ πιο νύχτα γίνεται απόψι κι η λάμπα του πετρελαίου δάνεισε στη μέρα λίγες από τις ανταύγειες στον τοίχο.
Κοιτώντας τις σκιές στον τοίχο θ’ αποκοιμηθώ και πάλι γιατί σαν να νιώθω ρίγος και θέλω να γεμίσει η ψυχή μου φωνές, τόση σιωπή την βαρέθηκα, με κούρασε όσο ποτέ…
Εντάξει λοιπόν θα σου πω την αμαρτία μου μα μην την πεις στη μαμά
μπορεί να μην τ’ αντέξει.
Εγώ έτρωγα το γλυκό κεράσι από το βάζο,
αποθήκευα βλέπεις γλυκές κληρονομιές.
Σάββατο 10 Ιουλίου 2010
Σε βλέφαρα θα κουρνιάσω
«…και κούρνιασε η Πηνελόπη
στην αγκαλιά του Οδυσσέα,
και ακραγγίζοντας σιωπηλά
το υφάδι της κλωστής
ψέλλισε διστακτικά…»
Κάτι από γκρεμό
θυμίζουνε τα μάτια σου
κι αιωρούμενες συσπάσεις ψυχικές
που αναδύουν γνώριμες μυρουδιές
μοναχικών σιωπών.
Αν μ’ αρπάξεις
και γλιστρήσω στα βλέφαρά σου
θα κουρνιάζω παντοτινά,
σ’ εκείνη τη γωνιά του πιο δικού σου εαυτού
αγνοώντας την ύπαρξή μου…
Καθώς χρόνια τώρα κάνω
ανάμεσα σε μνηστήρες που πιότερο
τον εαυτό τους αγάπησαν.
Παρασκευή 18 Μαΐου 2007
Αιγαίο
«Υπόκωφη πνοή και απάνεμος φλοίσβος
που την μοναξιά της πόλης καταργεί
καθώς Αιγαίο πέλαγος μυρίζει…
και ηχώ που σταλάζει
στα σκοτάδια του σπιτιού
και φέρει τη θάλασσα να σκάει στους τοίχους
παφλάζοντας νοσταλγία…»
Σε θυμάμαι να κάθεσαι στον καφενέ
σε κάποιο απάνεμο λιμάνι της Αστυπαλιάς
- θαρρώ πως ήταν του Αγίου Ανδρέα -
με τα μάτια γιομάτα θάλασσα να πλέκεις δίχτυα,
το απέραντο μπλε να ντύσεις
με σοροκάδα και αφρισμένα κύματα…
Δεν θυμούμαι το όνομά σου,
έτσι, καθώς ζηλότυπα το κρατούσες μυστικό
ωσάν τις κρυφές σπηλιές των Βάθρων…
Το λευκό σου βλέμμα όμως πρόδιδε την απεραντοσύνη σου
έτσι όπως το αρχιπελάγιο σώμα σου ξαπόσταινες
σ’ Έύξεινο Πόντο και Μικρά Ασία,
απαρχής της Αιγύπτου μέχρι Ηρακλείων Στηλών…
Σε θυμάμαι να κρατάς στα χέρια σου
- ροζιασμένα από την πετονιά και τ’αγκίστρι -
ένα ματσάκι βασιλικό…
Και ο σταυρός από κομποσκοίνι στο στήθος σου
έκρυβε τις αιώνιες πληγές που Άβαροι, Ενετοί, Σταυροφόροι,
Τούρκοι και στεριανοί αφεντάδες σού χαράξανε με το πέρασμά τους…
Δεν θυμούμαι το όνομά σου,
έτσι καθώς ναύκληρος ανώνυμος σαγήνευες
τον μαΐστρο και διέταζες τα κοριτσόπουλα νησιά
να ανάβουνε σαν φάροι σε μικρούς γαλήνιους κολπίσκους.
Δώδεκα νησιά σ’αγαπήσανε… άλλα πάλι, κυκλικά σε ταξιδέψανε…
και κάποια άλλα σποραδικά σου τραγουδάνε μελωδίες,
για την γλυκοφιλούσα θάλασσα και τις ομορφονιές σειρήνες
που στολίζονται τ’αλμυρό νερό να σου προσφέρουν
και λαμπυρίζουν στις ενάλιες στάλες των παφλασμών
με ατέρμονους ηλιόφερτους ιριδισμούς που τελειωμό δεν έχουν…
Δεν θυμούμαι το όνομά σου,
έτσι καθώς στα μαύρα πανιά ντύθηκες που απ’αμέλεια
ο γιος σου λησμόνησε ν’ασπραλλάξει επιστρέφοντας
νικητής από την μάχη την αλαργινή της μυθολογίας…
Σε θυμάμαι να νοσταλγείς και δυο δάκρυα ν’αυλακώνουν
το βλέμμα σου και να γεννούν μνημονικά
μινωικούς και μυκηναϊκούς αμφορείς
- παιδιά απαρχαιωμένων πολιτισμών που ακόμη αναπνέουν -
παρελθόντα δώρα σε μουσεία φυλαγμένα…
Και όλο το βιος σου στενά λιθόστρωτα δρομάκια
που το μάγουλό σου χαράσσουν
κόκκινο να γίνεται,
ωσάν τις κερασόβαφες μπουκαμβίλιες
που το θείο ορέγονται
στα κατάλευκα απ’ασβέστη ξωκλήσια της
Αγιογιαλούσαινας Παναγιάς
και το γλυκοφιλούν ποτίζοντάς το
μυρωμένο, με σταγόνες της θάλασσας, αγέρι…
Το όνομά σου δεν θυμούμαι,
μπερδεύεται στη γλώσσα μου το γαλάζο της θαλάσσης…
Ίσως να σου ‘πρεπε σαν όνομα τ’Αρχιπέλαγο…
Η άσπρη θάλασσα ίσως…
Ίσως πάλι να σε λένε Αιγέα…
Αυτό θα σου ταίριαζε πιότερο θαρρώ…
( Αστυπάλαια, Μάιος 2006 )
Τρίτη 20 Μαρτίου 2007
Ξένη Πορεύομαι (Υπό το φως ενός μοναχικού κεριού…)
Με σταγόνες των λόγων σου ακόμα νωπές στην μνήμη μου, ακραγγίζω τη σιωπή με δισταγμό και ταπεινότητα και με την βαθύκωφα κατάφορη έγνοια ότι σταλάζεις σιγά σιγά μες την ψυχή μου…
« ακραγγίζοντας γη και ουρανό
ανάσες του αγέρα
αφέθηκα εθελούσια στο πιο δικό μου όνειρο… »
Τώρα πια το ξέρω, οι λέξεις φαντάζουν αδύναμες… χλωμές… ντροπαλά αποδυναμώνονται στο πιο όμορφό μας βλέμμα, εκείνο που εγκολπώνει την πιο θεϊκή μας υπόσταση, την πιο αθώα μας ματιά… το πιο παιδικό μας χαμόγελο…
« το πιο παιδικό μου χαμόγελο
θα σου χαρίσω,
παιδί θα ξαναγίνω… »
Ταπεινός ερευνητής που κουλουριάζει στην σκιά του φωτίζοντας ολάκερο τον κόσμο… τρυφερός ασκητής που τον Θεό αναζητά και στην καρδιά τον βρίσκει… αλήθεια ολόσαρκη θα ξαναγίνω που τον κόσμο αναπροσδιορίζει… λίαν καλώς… λίαν καλώς…
« και αν σου φαίνονται τρελά
ετούτα που σου λέγω…
συμπάθα με…
ξένος μου μοιάζει
τούτος ο κόσμος…
ξένη και εγώ μέσα σ’ αυτόν
πορεύομαι… »
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
