Πέμπτη, 2 Δεκεμβρίου 2010

Μια καληνύχτα στερημένη

παιδί της θλίψης θαρρώ πως μ’ αποκάλεσες…

Κι αν αλησμόνησες
την ομορφότερη σου καληνύχτα
να μου πεις!
Θα βάλω το νυχτικό μου
και θα συννεφοβατήσω
με μάτια κλειστά
αφουγκραζόμενη ήχους μακρόσυρτους,
απόηχους που ξεψυχούν
στον ψίθυρο της νύχτας.

Εκείνης που μου στέρησες.

Παρασκευή, 8 Οκτωβρίου 2010

Μ’αγαπά... δεν μ'αγαπά...

"Κάλλιστον κην’όττω τις έραται"

Στις απύθμενες χαρακιές τ’ ουρανού να με βρεις, σαν θα μαζεύω κοχύλια και θα φυτεύω παπαρούνες στα στήθη του ανέμου.
Εκεί να με βρεις να τσαλαβουτάω στα αέναα καλέσματα του φλοίσβου και ν’ αποχυμώνω τα κεριά της ανυπαρξίας.
Σαν σε απρόσμενους αναπαλμούς μιας ψυχούλας που επιπλέει στη θάλασσα
και αναστενάζει σε κάθε ενάλια σταλαγματιά που την πληγώνει.
Τόσα δάκρυα λησμονιάς πώς γέμισαν την άμμο
και από πού ν’ αρχίζει η θάλασσα και πού άραγε να σβήνει!
Κι ο ουρανός πώς τέλεψε σε τούτο το μακρινό σημείο του ορίζοντα
σαν να πνίγηκε το φιλί στη σχισμή των χειλιών
που αφήνονται από την ηδονή της γεύσης.

Ποια γεύση να ‘χει απόψε το κορμί σου;

Εκεί να με βρεις, που θα μαδάω πέταλα από τις μαργαρίτες,
Μ’ αγαπά, δε μ’ αγαπά…
κι αν δε μ’ αγαπά, εγώ πού θα πάω,
που δε χωρώ πουθενά παρά μόνο στην αγκαλιά του.
Είναι και αυτά τα ξέφωτα στα σύννεφα που σελαγίζουν στο βυθό σαν μαργαριτάρια κρυμμένα στα πιο μυστικά θέσφατα του κόσμου.
Εκεί να με βρεις, στις βαθύπαλμες αναφλέξεις ενός αχ! στους ευερέθιστους αντιλάλους μιας κραυγής.
Κραυγή εσύ,
τ’ ουρανού αστέρι που τρεμοσβήνεις σε κάθε αναφιλητό,
σύρσου στο σκοτάδι να με βρεις,
εκεί θα σε περιμένω με τα μάτια ολάνοιχτα.

Τρίτη, 28 Σεπτεμβρίου 2010

Λύπησα χθες

Η μοναξιά των ποιητών τελείωσε…
Η ερημιά των ποιημάτων έρχεται…


Κι όμως
τόσο πολύ λύπησα χτες...
σαν να ξημέρωσαν
πάνω μου
όλα τα ηλιοβασιλέματα
του κόσμου.

Πέμπτη, 9 Σεπτεμβρίου 2010

Μη μου στερείς

Νύχτωσε και απόψε… Που να γυρίζεις πάλι;
Σε ποια σοκάκια τη σκιά σου ψάχνεις να σκεπαστείς;


Τα μάτια σου μη μου
στερείς!
Το βλέμμα σου από πάνω μου
μη νυχτώνεις!
Μην ξενιτεύεις την όρασή σου!
Kαθρεπτικά την έγνοια σου
μην ραγίζεις μέσα μου…
Άσε με ν’αγκυροβολήσω
στη σιωπή σου, εκεί
καταμεσής της πρώτης σου
απόλαυσης καθώς πρωινό
ξύπνημα θα θυμίζει!
Καθώς ψωμί ολόφρεσκο
θα κόβεις δειλά
να μοιραστείς μαζί μου
αχνίζοντας τις θύμησες
από πλινθόκτιστο φούρνο
της γιαγιάς στο χωριό…
Τα μάτια σου μη μου
στερείς!
Το βλέμμα σου από μέσα μου
μη βραδιάζεις!
Γιατί κάθε που σκοτεινιάζει
νιώθω όλο και πιο μακριά,
όλο και πιο μακριά από τον εαυτό μου
-πώς να στο πω να με καταλάβεις !-
ξενιτεμένη από το ίδιο μου το είναι.

Σάββατο, 28 Αυγούστου 2010

Κορίτσι των σκοτεινών δασών. Chapitre I

Θα μπορούσες να μου κρατάς το χέρι
στο πιο πηκτό σκοτάδι ;
Έλα, σίμωσε κοντά μου και ας μη διακρίνεται το πρόσωπό μου,
το σκοτάδι ας καλύπτει τα μάτια μου …

Μπορείς να μ’ αγγίξεις …
δεν θ’ αναριγήσω, στο υπόσχομαι,
και ας πατώ ξυπόλητη σε χιλιάδες κοκάλα
αιώνων που περνάνε φυσώντας τα παραθυρόφυλλα
τούτου του μοναστηριού …

Εδώ ήρθα, πάει στ’ αλήθεια πολύ καιρός, το ξέρω …
Τα χέρια μου γερασμένα χώνονται στα σπλάχνα της σιωπής,
αναζητάνε τα δικά σου …
Έτσι ήταν πάντοτε θαρρώ …
Ακόμη κι όταν τα έχωνα στην καυτή την αμμουδιά
τα καλοκαίρια,
ήταν για να γευτώ τη ζεστασιά των δικών σου χεριών,
και ας μην σ’ είχα ακόμα γνωρίσει.

Έτσι με θυμάμαι πάντοτε θαρρώ …
Να διψώ για σένα
και το νερό να μη με ξεδιψά …
να μη με σώνει …
Αχ! Η ψυχή μου είχε ήδη σωθεί
τη μέρα που γεννιόσουνα …

Εδώ ήρθα, για να ξαποστάσω,
βαριά η πόλη πάνω μου …
Με τις σκιές να παλεύεις τί ωφελεί !
Γι’ αυτό και εγώ τις έκανα φίλες μου
και παίζαμε θέατρο τις νυχτιές στους τοίχους.


Αλίμονο !
Το σκοτάδι συνήθισα και το φως
μου φαινόταν αφιλόξενο …
μακρινό …
άχρωμο …

Κορίτσι των σκοτεινών δασών … δασών … σών … σών …
θυμάμαι τη φωνή σου που αντανακλούσε
στα παλιά σανίδια του μοναστηριού …

Έχει αλλάξει από τότε, στο είπα ;

Τα παντζούρια δε στάζουν πια γκριζωπές προσευχές,
μήτε μελαγχολικές μελωδίες.
Μυρίζουν άγιο βασιλικό, ωσάν τις βυζαντινές εικόνες
πίσω από καντηλάκια …

Έλα κοντά μου και ας μη φαίνεται αν σου χαμογελώ
ή αν σου δακρύζω …
Η νοσταλγία δεν αποτυπώνεται πουθενά,
σταλάζει νωχελικά σε μια άκρια της ψυχής
ωσάν λαδάκι ευλογημένο,
ωσάν κοινωνία με το Θεό,
μυστική, ολότελη,
Και έπειτα μας αναγεννάει,
ωσάν ενανθρώπηση,
ωσάν ανάσταση …

Θα μπορούσες να μου κρατάς το χέρι
στην πιο πηκτή φωτοχυσία ;

Γι’ αυτό ήρθα εδώ, σου το είπα ;
Το φόρεμα να ενδυθώ, το ολόχρυσο,
εκείνο που σε κάνει να μοιάζεις μ’ άγγελο ταπεινό…

Δευτέρα, 23 Αυγούστου 2010

Back up

Οι επιστήμονες αποφάνθηκαν με σοβαρότητα,
θα υπάρξουν και ηλιοβασιλέματα –ιοί– που θα σημαίνουν το τέλος.

Και το ‘λεγα! Δεν το ‘λεγα;

Μαζέψτε χαμόγελα πρωινά
και νυχτερινές ανάσες.
Αποθησαυρίστε μεσημεριανά χασμουρητά
κι αγκαλιές απογευματινές
κυρίως αγκαλιές.

Να ‘χετε να θυμάστε όταν ηλιοβασιλέματα χωρισμού
θα ξημερώνουν μοναξιά
και σβήσιμο αποθηκευμένων
στιγμών.

Πάρτε Back up
μπας και επαναφέρετε
τα χτυπημένα παρελθόντα προγράμματα
της σχέσης σας!

Σάββατο, 21 Αυγούστου 2010

Ερωτικά Σακατέματα

και άντε τώρα να χωρέσουν φωνήεντα και σύμφωνα μαζί
σ’έναν τρεμάμενο στεναγμό!


Σαν κοχύλι απλώθηκες
στης εμπύρετης σου ηδονής το σθένος
και δαγκώθηκες στο ύστατο φωνήεν
της ξαναμμένης σου ανάσας.
Φαλλός πανάρχαιου χρησμού,
αιδοίο πυθιακής αμφιλαφίας.
Απλώθηκα σε...

Σαν άστρο σελάγησες
στου πρώτου σου οργασμού το τίναγμα
και έσβησες στο τελευταίο σύμφωνο
του ανακουφιστικού σου στεναγμού.
Αφουγκράστηκα σε…

Επισκέπτης αιρετικής σαλότητας,
ιερόδουλη σαρκικής ευσπλαχνίας.
Τετέλεσται η σκηνή.
Κορμιά πεταγμένα σαν βότσαλα στην άκρια της ακτής.
Πόθοι αφυδατωμένοι, σπόγγοι κούφιοι στην ακτή της άκριας.
Εκεί που ανθρώπου μάτι και πρόνοια Θεού
αγκομαχεί να καταφτάσει.
Αγιάζει όμως… αγιάζει…

Παρασκευή, 6 Αυγούστου 2010

Αγαλματάκια αγαλματάκια μέρα ή νύχτα;

«Αγαλματάκια αγαλματάκια μέρα η νύχτα ;
Αγαλματάκια αγαλματάκια μέρα ή νύχτα ;»


Μ’από όλα περισσότερο χαμογελώ με τα παιδιά
σαν από αλλού φερμένα,
- από τη χώρα της λησμονημένης αθωότητας προφανώς –
προσπαθούν ν’αγγίξουν τη ψυχή μου,
αδιαφορώντας παντελώς για το κορμί μου
λες και ξέρουν αυτά πως στα παιδικά παιχνίδια
σημασία έχει να μην πληγώσεις του άλλου
την αξιοπρέπεια.
Γι’αυτό και εγώ
ενώ σαφώς και μπορώ να κουνήσω
χέρια και πόδια
κάνω τον ακίνητο,
τον ακούνητο,
τον αμίλητο.
«Κούρος» γράφει
η ετικέτα μου στις επίσημες
εμφανίσεις μου.
Οι φίλοι όμως με φωνάζουν
Αγαλματάκι ακούνητο
μέρα και νύχτα.



Κυριακή, 1 Αυγούστου 2010

Αποξηραμένος Αύγουστος

Ήρθες πάλι λοιπόν...
πιστός στο ραντεβού σου,
ούτε στιγμή καθυστέρησης.
-μια σταλίτσα ελέους για τους αργοπορημένους εραστές...-

Με τα ερωτικά ζαβώματα στις νύχτες σου
με το φεγγάρι σου να αποτελειώνει ό,τι δεν άρχισε ποτέ...
Δεν είναι που φαίνεται μεγαλύτερο,
-πάντοτε σε ξεγελούσε η απόσταση-
είναι που φυραίνει ο ουρανός ν'ακούσει τα αγκομαχητά του καλοκαιριού
που αργοπεθαίνει αιμόφυρτο ηδονής
στα βότσαλα,
εκείνα του διάφανου μπολ
στο τραπεζάκι του σαλονιού μας.

Καλώς ήρθες Άυγουστε.
Μην με ψάξεις όμως!
μάγκωσα βλέπεις την φλέβα μου
στις ηλιοκαμένες αρτηρίες του Ιουλίου μου...

…και από όλες τις αναμνήσεις μου
ένα επιλεγμένα αρωματικό
pot pourri μου κράτησα, δίπλα στα βότσαλα
του αποξηρωμένου οργασμού σου...


Θεσσαλονίκη 1η Αυγούστου 2010

Σάββατο, 31 Ιουλίου 2010

Πατερούλη


Τα παιδικά μου χρόνια θα τρυγήσω
να κάμω κρασί, να πιω
και να μεθύσω από τη νοσταλγία...


Κάθε που στάζει δάκρυα το ταβάνι
ξέρω πως είναι δικά σου,
πατερούλη
ακόμη τριγυρνάς γύρω
απ’ το κρεβάτι μου
να με σκεπάσεις
κι ας έχω γεράσει
ξαπλωμένη στο πάτωμα
με τα χέρια μετέωρα
στις ταλαντεύσεις του χρόνου.

Παρασκευή, 16 Ιουλίου 2010

Γλυκές Κληρονομιές

Κράταγα το σεληνόφως στο δεξί βλέφαρο και κάθε που έκλεινα τα μάτια για να κοιμηθώ, ανάλαφρος που μου φαινόταν τότε ο κόσμος!
Πόσο βάρυνε απόψι ο ουρανός, αμέτρητα αστέρια σελαγίζουν τεμπέλικα σέρνοντας τις ουρές τους να μπλέκονται στα σκοτεινά σοκάκια της πόλης.
Έχωσα το κεφάλι στο έρεβος των αναμνήσεων και τέφρα μου θόλωσε το βλέμμα ν’ ακραγγίζω δίχως υφή, μόνο μ’ ατέρμονη αγωνία να ενοφθαλμιώ σκιερές απομυζήσεις, αλλοτινές…
που μπορεί και να μην υπήρξαν.
Τόσο κάλλος η πλησμονή, να είναι πάντα τέτοια, έτσι να υφίσταται, να λιώνει σαν κεράκι που καταπίνει ο ήλιος να φωτίζει καλύτερα. Με τούτο το φως, το γλαυκό θαρρώ πιο νύχτα γίνεται απόψι κι η λάμπα του πετρελαίου δάνεισε στη μέρα λίγες από τις ανταύγειες στον τοίχο.
Κοιτώντας τις σκιές στον τοίχο θ’ αποκοιμηθώ και πάλι γιατί σαν να νιώθω ρίγος και θέλω να γεμίσει η ψυχή μου φωνές, τόση σιωπή την βαρέθηκα, με κούρασε όσο ποτέ…
Εντάξει λοιπόν θα σου πω την αμαρτία μου μα μην την πεις στη μαμά
μπορεί να μην τ’ αντέξει.
Εγώ έτρωγα το γλυκό κεράσι από το βάζο,
αποθήκευα βλέπεις γλυκές κληρονομιές.

Σάββατο, 10 Ιουλίου 2010

Σε βλέφαρα θα κουρνιάσω



«…και κούρνιασε η Πηνελόπη
στην αγκαλιά του Οδυσσέα,
και ακραγγίζοντας σιωπηλά
το υφάδι της κλωστής
ψέλλισε διστακτικά…»

Κάτι από γκρεμό
θυμίζουνε τα μάτια σου
κι αιωρούμενες συσπάσεις ψυχικές
που αναδύουν γνώριμες μυρουδιές
μοναχικών σιωπών.
Αν μ’ αρπάξεις
και γλιστρήσω στα βλέφαρά σου
θα κουρνιάζω παντοτινά,
σ’ εκείνη τη γωνιά του πιο δικού σου εαυτού
αγνοώντας την ύπαρξή μου…
Καθώς χρόνια τώρα κάνω
ανάμεσα σε μνηστήρες που πιότερο
τον εαυτό τους αγάπησαν.