Παρασκευή, 16 Ιουλίου 2010

Γλυκές Κληρονομιές

Κράταγα το σεληνόφως στο δεξί βλέφαρο και κάθε που έκλεινα τα μάτια για να κοιμηθώ, ανάλαφρος που μου φαινόταν τότε ο κόσμος!
Πόσο βάρυνε απόψι ο ουρανός, αμέτρητα αστέρια σελαγίζουν τεμπέλικα σέρνοντας τις ουρές τους να μπλέκονται στα σκοτεινά σοκάκια της πόλης.
Έχωσα το κεφάλι στο έρεβος των αναμνήσεων και τέφρα μου θόλωσε το βλέμμα ν’ ακραγγίζω δίχως υφή, μόνο μ’ ατέρμονη αγωνία να ενοφθαλμιώ σκιερές απομυζήσεις, αλλοτινές…
που μπορεί και να μην υπήρξαν.
Τόσο κάλλος η πλησμονή, να είναι πάντα τέτοια, έτσι να υφίσταται, να λιώνει σαν κεράκι που καταπίνει ο ήλιος να φωτίζει καλύτερα. Με τούτο το φως, το γλαυκό θαρρώ πιο νύχτα γίνεται απόψι κι η λάμπα του πετρελαίου δάνεισε στη μέρα λίγες από τις ανταύγειες στον τοίχο.
Κοιτώντας τις σκιές στον τοίχο θ’ αποκοιμηθώ και πάλι γιατί σαν να νιώθω ρίγος και θέλω να γεμίσει η ψυχή μου φωνές, τόση σιωπή την βαρέθηκα, με κούρασε όσο ποτέ…
Εντάξει λοιπόν θα σου πω την αμαρτία μου μα μην την πεις στη μαμά
μπορεί να μην τ’ αντέξει.
Εγώ έτρωγα το γλυκό κεράσι από το βάζο,
αποθήκευα βλέπεις γλυκές κληρονομιές.

Δεν υπάρχουν σχόλια: