Σάββατο, 31 Ιουλίου 2010

Πατερούλη


Τα παιδικά μου χρόνια θα τρυγήσω
να κάμω κρασί, να πιω
και να μεθύσω από τη νοσταλγία...


Κάθε που στάζει δάκρυα το ταβάνι
ξέρω πως είναι δικά σου,
πατερούλη
ακόμη τριγυρνάς γύρω
απ’ το κρεβάτι μου
να με σκεπάσεις
κι ας έχω γεράσει
ξαπλωμένη στο πάτωμα
με τα χέρια μετέωρα
στις ταλαντεύσεις του χρόνου.

Παρασκευή, 16 Ιουλίου 2010

Γλυκές Κληρονομιές

Κράταγα το σεληνόφως στο δεξί βλέφαρο και κάθε που έκλεινα τα μάτια για να κοιμηθώ, ανάλαφρος που μου φαινόταν τότε ο κόσμος!
Πόσο βάρυνε απόψι ο ουρανός, αμέτρητα αστέρια σελαγίζουν τεμπέλικα σέρνοντας τις ουρές τους να μπλέκονται στα σκοτεινά σοκάκια της πόλης.
Έχωσα το κεφάλι στο έρεβος των αναμνήσεων και τέφρα μου θόλωσε το βλέμμα ν’ ακραγγίζω δίχως υφή, μόνο μ’ ατέρμονη αγωνία να ενοφθαλμιώ σκιερές απομυζήσεις, αλλοτινές…
που μπορεί και να μην υπήρξαν.
Τόσο κάλλος η πλησμονή, να είναι πάντα τέτοια, έτσι να υφίσταται, να λιώνει σαν κεράκι που καταπίνει ο ήλιος να φωτίζει καλύτερα. Με τούτο το φως, το γλαυκό θαρρώ πιο νύχτα γίνεται απόψι κι η λάμπα του πετρελαίου δάνεισε στη μέρα λίγες από τις ανταύγειες στον τοίχο.
Κοιτώντας τις σκιές στον τοίχο θ’ αποκοιμηθώ και πάλι γιατί σαν να νιώθω ρίγος και θέλω να γεμίσει η ψυχή μου φωνές, τόση σιωπή την βαρέθηκα, με κούρασε όσο ποτέ…
Εντάξει λοιπόν θα σου πω την αμαρτία μου μα μην την πεις στη μαμά
μπορεί να μην τ’ αντέξει.
Εγώ έτρωγα το γλυκό κεράσι από το βάζο,
αποθήκευα βλέπεις γλυκές κληρονομιές.

Σάββατο, 10 Ιουλίου 2010

Σε βλέφαρα θα κουρνιάσω



«…και κούρνιασε η Πηνελόπη
στην αγκαλιά του Οδυσσέα,
και ακραγγίζοντας σιωπηλά
το υφάδι της κλωστής
ψέλλισε διστακτικά…»

Κάτι από γκρεμό
θυμίζουνε τα μάτια σου
κι αιωρούμενες συσπάσεις ψυχικές
που αναδύουν γνώριμες μυρουδιές
μοναχικών σιωπών.
Αν μ’ αρπάξεις
και γλιστρήσω στα βλέφαρά σου
θα κουρνιάζω παντοτινά,
σ’ εκείνη τη γωνιά του πιο δικού σου εαυτού
αγνοώντας την ύπαρξή μου…
Καθώς χρόνια τώρα κάνω
ανάμεσα σε μνηστήρες που πιότερο
τον εαυτό τους αγάπησαν.