Ήρθες πάλι λοιπόν...
πιστός στο ραντεβού σου,
ούτε στιγμή καθυστέρησης.
-μια σταλίτσα ελέους για τους αργοπορημένους εραστές...-
Με τα ερωτικά ζαβώματα στις νύχτες σου
με το φεγγάρι σου να αποτελειώνει ό,τι δεν άρχισε ποτέ...
Δεν είναι που φαίνεται μεγαλύτερο,
-πάντοτε σε ξεγελούσε η απόσταση-
είναι που φυραίνει ο ουρανός ν'ακούσει τα αγκομαχητά του καλοκαιριού
που αργοπεθαίνει αιμόφυρτο ηδονής
στα βότσαλα,
εκείνα του διάφανου μπολ
στο τραπεζάκι του σαλονιού μας.
Καλώς ήρθες Άυγουστε.
Μην με ψάξεις όμως!
μάγκωσα βλέπεις την φλέβα μου
στις ηλιοκαμένες αρτηρίες του Ιουλίου μου...
…και από όλες τις αναμνήσεις μου
ένα επιλεγμένα αρωματικό
pot pourri μου κράτησα, δίπλα στα βότσαλα
του αποξηρωμένου οργασμού σου...
Θεσσαλονίκη 1η Αυγούστου 2010
Κυριακή 1 Αυγούστου 2010
Σάββατο 31 Ιουλίου 2010
Πατερούλη
Τα παιδικά μου χρόνια θα τρυγήσω
να κάμω κρασί, να πιω
και να μεθύσω από τη νοσταλγία...
Κάθε που στάζει δάκρυα το ταβάνι
ξέρω πως είναι δικά σου,
πατερούλη
ακόμη τριγυρνάς γύρω
απ’ το κρεβάτι μου
να με σκεπάσεις
κι ας έχω γεράσει
ξαπλωμένη στο πάτωμα
με τα χέρια μετέωρα
στις ταλαντεύσεις του χρόνου.
Παρασκευή 16 Ιουλίου 2010
Γλυκές Κληρονομιές
Κράταγα το σεληνόφως στο δεξί βλέφαρο και κάθε που έκλεινα τα μάτια για να κοιμηθώ, ανάλαφρος που μου φαινόταν τότε ο κόσμος!
Πόσο βάρυνε απόψι ο ουρανός, αμέτρητα αστέρια σελαγίζουν τεμπέλικα σέρνοντας τις ουρές τους να μπλέκονται στα σκοτεινά σοκάκια της πόλης.
Έχωσα το κεφάλι στο έρεβος των αναμνήσεων και τέφρα μου θόλωσε το βλέμμα ν’ ακραγγίζω δίχως υφή, μόνο μ’ ατέρμονη αγωνία να ενοφθαλμιώ σκιερές απομυζήσεις, αλλοτινές…
που μπορεί και να μην υπήρξαν.
Τόσο κάλλος η πλησμονή, να είναι πάντα τέτοια, έτσι να υφίσταται, να λιώνει σαν κεράκι που καταπίνει ο ήλιος να φωτίζει καλύτερα. Με τούτο το φως, το γλαυκό θαρρώ πιο νύχτα γίνεται απόψι κι η λάμπα του πετρελαίου δάνεισε στη μέρα λίγες από τις ανταύγειες στον τοίχο.
Κοιτώντας τις σκιές στον τοίχο θ’ αποκοιμηθώ και πάλι γιατί σαν να νιώθω ρίγος και θέλω να γεμίσει η ψυχή μου φωνές, τόση σιωπή την βαρέθηκα, με κούρασε όσο ποτέ…
Εντάξει λοιπόν θα σου πω την αμαρτία μου μα μην την πεις στη μαμά
μπορεί να μην τ’ αντέξει.
Εγώ έτρωγα το γλυκό κεράσι από το βάζο,
αποθήκευα βλέπεις γλυκές κληρονομιές.
Πόσο βάρυνε απόψι ο ουρανός, αμέτρητα αστέρια σελαγίζουν τεμπέλικα σέρνοντας τις ουρές τους να μπλέκονται στα σκοτεινά σοκάκια της πόλης.
Έχωσα το κεφάλι στο έρεβος των αναμνήσεων και τέφρα μου θόλωσε το βλέμμα ν’ ακραγγίζω δίχως υφή, μόνο μ’ ατέρμονη αγωνία να ενοφθαλμιώ σκιερές απομυζήσεις, αλλοτινές…
που μπορεί και να μην υπήρξαν.
Τόσο κάλλος η πλησμονή, να είναι πάντα τέτοια, έτσι να υφίσταται, να λιώνει σαν κεράκι που καταπίνει ο ήλιος να φωτίζει καλύτερα. Με τούτο το φως, το γλαυκό θαρρώ πιο νύχτα γίνεται απόψι κι η λάμπα του πετρελαίου δάνεισε στη μέρα λίγες από τις ανταύγειες στον τοίχο.
Κοιτώντας τις σκιές στον τοίχο θ’ αποκοιμηθώ και πάλι γιατί σαν να νιώθω ρίγος και θέλω να γεμίσει η ψυχή μου φωνές, τόση σιωπή την βαρέθηκα, με κούρασε όσο ποτέ…
Εντάξει λοιπόν θα σου πω την αμαρτία μου μα μην την πεις στη μαμά
μπορεί να μην τ’ αντέξει.
Εγώ έτρωγα το γλυκό κεράσι από το βάζο,
αποθήκευα βλέπεις γλυκές κληρονομιές.
Σάββατο 10 Ιουλίου 2010
Σε βλέφαρα θα κουρνιάσω
«…και κούρνιασε η Πηνελόπη
στην αγκαλιά του Οδυσσέα,
και ακραγγίζοντας σιωπηλά
το υφάδι της κλωστής
ψέλλισε διστακτικά…»
Κάτι από γκρεμό
θυμίζουνε τα μάτια σου
κι αιωρούμενες συσπάσεις ψυχικές
που αναδύουν γνώριμες μυρουδιές
μοναχικών σιωπών.
Αν μ’ αρπάξεις
και γλιστρήσω στα βλέφαρά σου
θα κουρνιάζω παντοτινά,
σ’ εκείνη τη γωνιά του πιο δικού σου εαυτού
αγνοώντας την ύπαρξή μου…
Καθώς χρόνια τώρα κάνω
ανάμεσα σε μνηστήρες που πιότερο
τον εαυτό τους αγάπησαν.
Παρασκευή 18 Μαΐου 2007
Αιγαίο
«Υπόκωφη πνοή και απάνεμος φλοίσβος
που την μοναξιά της πόλης καταργεί
καθώς Αιγαίο πέλαγος μυρίζει…
και ηχώ που σταλάζει
στα σκοτάδια του σπιτιού
και φέρει τη θάλασσα να σκάει στους τοίχους
παφλάζοντας νοσταλγία…»
Σε θυμάμαι να κάθεσαι στον καφενέ
σε κάποιο απάνεμο λιμάνι της Αστυπαλιάς
- θαρρώ πως ήταν του Αγίου Ανδρέα -
με τα μάτια γιομάτα θάλασσα να πλέκεις δίχτυα,
το απέραντο μπλε να ντύσεις
με σοροκάδα και αφρισμένα κύματα…
Δεν θυμούμαι το όνομά σου,
έτσι, καθώς ζηλότυπα το κρατούσες μυστικό
ωσάν τις κρυφές σπηλιές των Βάθρων…
Το λευκό σου βλέμμα όμως πρόδιδε την απεραντοσύνη σου
έτσι όπως το αρχιπελάγιο σώμα σου ξαπόσταινες
σ’ Έύξεινο Πόντο και Μικρά Ασία,
απαρχής της Αιγύπτου μέχρι Ηρακλείων Στηλών…
Σε θυμάμαι να κρατάς στα χέρια σου
- ροζιασμένα από την πετονιά και τ’αγκίστρι -
ένα ματσάκι βασιλικό…
Και ο σταυρός από κομποσκοίνι στο στήθος σου
έκρυβε τις αιώνιες πληγές που Άβαροι, Ενετοί, Σταυροφόροι,
Τούρκοι και στεριανοί αφεντάδες σού χαράξανε με το πέρασμά τους…
Δεν θυμούμαι το όνομά σου,
έτσι καθώς ναύκληρος ανώνυμος σαγήνευες
τον μαΐστρο και διέταζες τα κοριτσόπουλα νησιά
να ανάβουνε σαν φάροι σε μικρούς γαλήνιους κολπίσκους.
Δώδεκα νησιά σ’αγαπήσανε… άλλα πάλι, κυκλικά σε ταξιδέψανε…
και κάποια άλλα σποραδικά σου τραγουδάνε μελωδίες,
για την γλυκοφιλούσα θάλασσα και τις ομορφονιές σειρήνες
που στολίζονται τ’αλμυρό νερό να σου προσφέρουν
και λαμπυρίζουν στις ενάλιες στάλες των παφλασμών
με ατέρμονους ηλιόφερτους ιριδισμούς που τελειωμό δεν έχουν…
Δεν θυμούμαι το όνομά σου,
έτσι καθώς στα μαύρα πανιά ντύθηκες που απ’αμέλεια
ο γιος σου λησμόνησε ν’ασπραλλάξει επιστρέφοντας
νικητής από την μάχη την αλαργινή της μυθολογίας…
Σε θυμάμαι να νοσταλγείς και δυο δάκρυα ν’αυλακώνουν
το βλέμμα σου και να γεννούν μνημονικά
μινωικούς και μυκηναϊκούς αμφορείς
- παιδιά απαρχαιωμένων πολιτισμών που ακόμη αναπνέουν -
παρελθόντα δώρα σε μουσεία φυλαγμένα…
Και όλο το βιος σου στενά λιθόστρωτα δρομάκια
που το μάγουλό σου χαράσσουν
κόκκινο να γίνεται,
ωσάν τις κερασόβαφες μπουκαμβίλιες
που το θείο ορέγονται
στα κατάλευκα απ’ασβέστη ξωκλήσια της
Αγιογιαλούσαινας Παναγιάς
και το γλυκοφιλούν ποτίζοντάς το
μυρωμένο, με σταγόνες της θάλασσας, αγέρι…
Το όνομά σου δεν θυμούμαι,
μπερδεύεται στη γλώσσα μου το γαλάζο της θαλάσσης…
Ίσως να σου ‘πρεπε σαν όνομα τ’Αρχιπέλαγο…
Η άσπρη θάλασσα ίσως…
Ίσως πάλι να σε λένε Αιγέα…
Αυτό θα σου ταίριαζε πιότερο θαρρώ…
( Αστυπάλαια, Μάιος 2006 )
Τρίτη 20 Μαρτίου 2007
Ξένη Πορεύομαι (Υπό το φως ενός μοναχικού κεριού…)
Με σταγόνες των λόγων σου ακόμα νωπές στην μνήμη μου, ακραγγίζω τη σιωπή με δισταγμό και ταπεινότητα και με την βαθύκωφα κατάφορη έγνοια ότι σταλάζεις σιγά σιγά μες την ψυχή μου…
« ακραγγίζοντας γη και ουρανό
ανάσες του αγέρα
αφέθηκα εθελούσια στο πιο δικό μου όνειρο… »
Τώρα πια το ξέρω, οι λέξεις φαντάζουν αδύναμες… χλωμές… ντροπαλά αποδυναμώνονται στο πιο όμορφό μας βλέμμα, εκείνο που εγκολπώνει την πιο θεϊκή μας υπόσταση, την πιο αθώα μας ματιά… το πιο παιδικό μας χαμόγελο…
« το πιο παιδικό μου χαμόγελο
θα σου χαρίσω,
παιδί θα ξαναγίνω… »
Ταπεινός ερευνητής που κουλουριάζει στην σκιά του φωτίζοντας ολάκερο τον κόσμο… τρυφερός ασκητής που τον Θεό αναζητά και στην καρδιά τον βρίσκει… αλήθεια ολόσαρκη θα ξαναγίνω που τον κόσμο αναπροσδιορίζει… λίαν καλώς… λίαν καλώς…
« και αν σου φαίνονται τρελά
ετούτα που σου λέγω…
συμπάθα με…
ξένος μου μοιάζει
τούτος ο κόσμος…
ξένη και εγώ μέσα σ’ αυτόν
πορεύομαι… »
Πέμπτη 15 Μαρτίου 2007
Επιστροφή στο νησί...
...είναι σαν να επιστρέφω πάλι στην Ιθάκη μου...
ευχαριστώ για την έγνοια σας... μοναχικό σαν γίνεται το ταξίδι
πιότερο αγγίζει την ψυχή !
ευχαριστώ για την έγνοια σας... μοναχικό σαν γίνεται το ταξίδι
πιότερο αγγίζει την ψυχή !
Πέμπτη 1 Μαρτίου 2007
Welcome
Welcome to my blog, where you will see my thoughts and ideas.
You will travel into my world of poetry and theology.
Willkommen in der Neuen Welt von THEKLA.
You will travel into my world of poetry and theology.
Willkommen in der Neuen Welt von THEKLA.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
